Καλέ μου, μία συμβουλή.
Ποτέ μην πνίγεις τους λυγμούς στο μαξιλάρι σου.
Οι πνιγμένες κραυγές δεν λυτρώνουν.
Σβησμένη παραφωνία για πρόβα χορωδίας μονάχα.
Ένας αχνός, τσιριχτός ήχος να «ντύνει» το δωμάτιο.
Κι εσύ ξαπλωμένος με ένα μαξιλάρι να σου αγκαλιάζει δυνατά το πρόσωπο.
Ξαπλωμένος σαν πεντάχρονο παιδί που έχασε την πρώτη του μπάλα,που του είχε κάνει δώρο η κυρα-Λενιώ, η αγαπημένη θειά του που άφησε την στερνή πνοή της πέρσι.
Σαν πεντάχρονο παιδί.
Μα καλέ μου, πάψε να πνίγεις τους λυγμούς σου.
Σήκω. Ανέπνευσε. Πλησίασε το παράθυρο με μικρά βήματα.
Ανάπνευσε ξανά και δες.
Να…θα ξεχωρίσεις τώρα στο βάθος ένα παιδί.
Κοίτα το γελάει.
Είναι ευτυχισμένο.
Σου χαμογελάει.
Τρέχει.
Και από το γονατάκι του τρέχει αίμα.
Έπεσε. Μα τώρα τρέχει. Σηκώθηκε και τώρα γελάει.
Δες ακόμα.
Τρέχει να βρει την μπάλα που έχασε. Το βλέπεις;
Του έπεσε κάπου παράμερα καθώς έπαιζε στο χωράφι, δίπλα από το σπίτι του.
Καλέ μου ξέρεις τι πονάει πιο πολύ;
Το δάκρυ που κυλά πάνω από το αίμα της πληγής.
Και όταν ακόμα εμποδίζεις την κραυγή και το ξέσπασμα, ο πόνος είναι πιο πικρός.
Μα και η λύτρωση πολύ απέχει απ’ όλα αυτά.
Η λύτρωση είναι όταν το παιδί βρει την μπάλα, το δώρο της κυρα-Λενιώς, μονάχα όταν τη βρει.
Και θα τη βρει, θα το δεις. Γιατί τρέχει. Χαμογελαστό.
Να, το διακρίνεις καλύτερα τώρα;
Πλησίασε. Βλέπεις;
Το γονατάκι του το βλέπεις;
Φορά ακόμα πολύ κοντά παντελονάκια για να τα λερώσει η πληγή.
Μικροκαμωμένο, αλλά γενναίο…και τρέχει.
Αποχωρήσου καλέ μου το μαξιλάρι και πλησίασε.
Θαρρείς το παράθυρο είναι ο καθρέφτης της ψυχής.
Μα ο καθρέφτης μπορεί μερικές φορές και ξεγελά.
Μα πλησίασε το παιδί.
Μίλησε του. Δε θες;
Καλέ μου, πες του ό,τι θέλεις.
Ναι, ρώτα το εάν θες.
«Πόσο χρονών είσαι;»
«Εβδομήντα-πέντε».
Απάντησε το παιδί κρατώντας την μπάλα στα χέρια του κι έτρεξε να πάει σπίτι του.